Μνημεία πεσόντων σωμάτων ασφαλείας - Μια διαρκής λήθη στο όνομα της συμφιλίωσης
Μνημεία πεσόντων σωμάτων ασφαλείας – Μια διαρκής λήθη στο όνομα της συμφιλίωσης . Την ύστατη ώρα για τη διάσωση της ιστορικής μνήμης σημαίνει η Πανελλήνια Ομοσπονδία Αποστράτων Σωμάτων Ασφαλείας, ανακηρύσσοντας το 2026 ως «Έτος Έρευνας, Καταγραφής και Διατήρησης της Ιστορικής Μνήμης και των Μνημείων Πεσόντων». Πίσω από την πρωτοβουλία αποκαλύπτεται ένα οδυνηρό κενό: μνημεία που χάθηκαν, τάφοι που αγνοούνται, αρχεία που σαπίζουν στα συρτάρια και μια Πολιτεία που, επί δεκαετίες, άφησε την ευθύνη στους αποστράτους και τους συλλόγους τους.
Τριάντα δύο λέξεις χαράχτηκαν στην απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ΠΟΑΣΑ στις 11 Φεβρουαρίου 2026. Λίγες, αλλά βαριές σαν ιστορική παρακαταθήκη: το τρέχον έτος ορίζεται έτος έρευνας, καταγραφής και διατήρησης της ιστορικής μνήμης και των μνημείων όσων υπηρέτησαν με στολή –αστυνομικοί, πυροσβέστες, λιμενικοί, χωροφύλακες, αστυφύλακες, αγροφύλακες– και δεν γύρισαν ποτέ πίσω.
Η ανακοίνωση της Ομοσπονδίας δεν είναι μια ακόμη τελετουργική εξαγγελία. Είναι, όπως σημειώνεται χαρακτηριστικά, η απάντηση σε ένα «διαχρονικό και σοβαρό έλλειμμα». Και το έλλειμμα αυτό έχει όνομα, τόπο και υλική υπόσταση: μαρμάρινες προτομές που μετακινήθηκαν χωρίς κανείς να γνωρίζει πού κατέληξαν, ιστορικά σημεία θυσίας που αφέθηκαν στη φθορά του χρόνου, τάφοι πεσόντων που χάθηκαν επειδή κανείς δεν φρόντισε να καταγράψει την ακριβή θέση τους.
Το κενό μητρώο και η μεταπολιτευτική «σιωπή»
Το πρόβλημα, σύμφωνα με τα στοιχεία που έχει συγκεντρώσει η Ομοσπονδία, είναι συστημικό. Δεν υπάρχει κανένα κεντρικό, επικαιροποιημένο μητρώο μνημείων. Δεν υπάρχει πλήρης καταγραφή των πεσόντων ανά ιστορική περίοδο. Αρχεία πολύτιμα παραμένουν διάσπαρτα, αψηφιοποίητα, συχνά δυσπρόσιτα ακόμη και στους ίδιους τους ερευνητές.
Καθοριστική καμπή υπήρξε η μεταπολιτευτική περίοδος. Στο πλαίσιο της εθνικής συμφιλίωσης, καταργήθηκαν οι επίσημες επετειακές εκδηλώσεις που συνδέονταν με τον Εμφύλιο Πόλεμο. Η επιλογή ήταν πολιτικά αναγκαία, ωστόσο, όπως επισημαίνει η ΠΟΑΣΑ, η ευθύνη για τη διατήρηση της μνήμης των πεσόντων των Σωμάτων Ασφαλείας μεταφέρθηκε de facto σε ιδιωτικούς φορείς: την ίδια την Ομοσπονδία, τοπικούς συνδέσμους αποστράτων, ελάχιστους δήμους. Χωρίς θεσμική στήριξη, χωρίς χρηματοδότηση, χωρίς κρατική μέριμνα.
«Σε αντίθεση με τις Ένοπλες Δυνάμεις, όπου υπάρχει συγκροτημένη δομή ιστορικής τεκμηρίωσης», σημειώνεται στην ανακοίνωση, «στα Σώματα Ασφαλείας δεν αναπτύχθηκε ποτέ ένα αντίστοιχο ολοκληρωμένο σύστημα». Το αποτέλεσμα είναι η σταδιακή απώλεια πολύτιμου ιστορικού υλικού και, κυρίως, η λησμονιά ανθρώπων που «θυσιάστηκαν στο καθήκον».
Μια νίκη που έσβησε στα χαρτιά
Η Ομοσπονδία υπενθυμίζει ότι χάρη σε δικές της πρωτοβουλίες και πιέσεις, το 2017 ιδρύθηκε Διεύθυνση Ιστορίας στο Αρχηγείο της Ελληνικής Αστυνομίας (ΠΔ 21/2017). Ήταν ένα βήμα θεσμικής ωρίμανσης. Ωστόσο, με τον Ν. 5187/2025, η Διεύθυνση υποβιβάστηκε σε Τμήμα και υπήχθη στη Διεύθυνση Επικοινωνίας. Η ιστορία, με άλλα λόγια, μετατράπηκε σε «παράρτημα» επικοινωνιακής πολιτικής.
Η κίνηση αυτή, όπως επισημαίνεται, αναδεικνύει την ανάγκη για ένα ενιαίο, θεσμοθετημένο πρωτόκολλο απόδοσης τιμών. Η Ομοσπονδία επανέρχεται με συγκεκριμένες προτάσεις: κατασκευή κεντρικού μνημείου, τακτικές επιμνημόσυνες δεήσεις, συντήρηση και προστασία μνημείων, καταγραφή τόπων θυσίας και ταφής, ενεργή συμμετοχή των υπηρεσιών σε εκδηλώσεις μνήμης.
Το 2026 ως αφετηρία
Η απόφαση να κηρυχθεί το 2026 «Έτος Έρευνας, Καταγραφής και Διατήρησης» δεν είναι συμβολική. Περιλαμβάνει συγκεκριμένες δράσεις: φωτογράφηση και καταγραφή μνημείων σε όλη τη χώρα, συλλογή μαρτυριών και ιστορικών τεκμηρίων, αναζήτηση συγγενών πεσόντων (με το ηλεκτρονικό σημείο αναφοράς poaasa@yahoo.gr), και συνδιοργάνωση επιστημονικής ημερίδας.
Πίσω από την τεχνική γλώσσα όμως υποκρύπτεται μια βαθύτερη πολιτική και ηθική διεκδίκηση: η μνήμη των πεσόντων δεν μπορεί να αποτελεί αντικείμενο κομματικών σκοπιμοτήτων ούτε να θυσιάζεται στον βωμό μιας συμφιλίωσης που, όπως σημειώνεται, απέκτησε περιεχόμενο μόνο για τη μία πλευρά.
«Η εθνική συμφιλίωση θα αποκτήσει το περιεχόμενο που της αρμόζει χωρίς κομματικές ή άλλες σκοπιμότητες. Το οφείλουμε στους νεκρούς μας», καταλήγει η ανακοίνωση.
Η πρωτοβουλία φιλοδοξεί να γίνει η αφετηρία μιας συνολικής επανεκκίνησης. Το ζητούμενο, όμως, παραμένει αν η Πολιτεία θα ανταποκριθεί – ή αν η μνήμη θα συνεχίσει να συντηρείται μόνο από εκείνους που αρνούνται να ξεχάσουν.




