ΕΣΥΝΑΑ | 250€ Όταν το Κράτος «Βοηθάει» Διαχωρίζοντας τους Ευάλωτους

250€ Ótan to Krátos Voitháei Diachorízontas tous Eválotous

Ε.ΣΥΝ.Α.Α. | 250€ Όταν το Κράτος «Βοηθάει» Διαχωρίζοντας τους Ευάλωτους

ΕΣΥΝΑΑ | 250€ Όταν το Κράτος «Βοηθάει» Διαχωρίζοντας τους Ευάλωτους. Η ανακοίνωση της Ένωσης Συνταξιούχων Αστυνομικών Αττικής δεν είναι απλώς μια ακόμη διαμαρτυρία. Είναι ο ξεκάθαρος λογαριασμός μιας πολιτικής που, υποτίθεται, ότι σκοπεύει να στηρίξει, καταλήγει να δημιουργεί νέα τραύματα και να εντείνει τις κοινωνικές ανισότητες. Η απόφαση για την έκτακτη οικονομική ενίσχυση των 250 ευρώ σε συνταξιούχους αποτελεί ένα σχεδόν παραδειγματικό μάθημα σε κοινωνικά άδικη εφαρμογή.

Οι «άοπλοι» της κρίσης: Ηλικία και Εισόδημα ως Όπλα Αποκλεισμού

Στο κεντρικό σκηνικό βρίσκονται δύο κριτήρια που, στην πράξη, λειτουργούν ως αόρατα τείχη: η ηλικία και το εισόδημα.

Από τη μία πλευρά, αποκλείονται όλοι οι συνταξιούχοι κάτω των 65 ετών, εκτός αν συμπληρώσουν αυτήν την ηλικία μέσα στο 2025. Αυτή η ηλικιακή διάκριση είναι περισσότερο από ένας αυθαίρετος αριθμός. Είναι μια δήλωση ότι η ανάγκη μετριέται μόνο με βάση το έτος γέννησης, αγνοώντας πλήρως τη σκληρή πραγματικότητα. Ένας 64χρονος που αντιμετωπίζει τον ίδιο εκτροχιασμό τιμών με έναν 66χρονο θεωρείται, εξ ορισμού, λιγότερο ευάλωτος. Η προϋπόθεση της ηλικίας μετατρέπεται σε ποινή για όσους βρίσκονται λίγους μήνες ή χρόνια «νωρίς».

Από την άλλη, το εισοδηματικό κριτήριο (σύνταξη άνω των 1.200 ευρώ) δημιουργεί μια παραπλανητική εικόνα. Σε μια χώρα όπου οι συντάξεις έχουν υποστεί δραστικές περικοπές, ένα ποσό που φαίνεται «αξιοπρεπές» στην επιφάνεια, συχνά δεν ανταποκρίνεται στην αγοραστική δύναμη που υποτίθεται ότι εκπροσωπεί.

Επιπλέον, ο αποκλεισμός εργαζομένων συνταξιούχων είναι ίσως η πιο εμφανής ειρωνεία. Αυτοί είναι άνθρωποι που, ακριβώς λόγω της μειωμένης σύνταξης, αναγκάζονται να συνεχίσουν να εργάζονται για να επιβιώσουν. Το κράτος, στην ουσία, τους τιμωρεί για την προσπάθειά τους να μην πέσουν εντελώς στην κοινωνική περιθωριοποίηση.

Το δυνατότερο σημείο της ανακοίνωσης είναι η σύνδεση που κάνει μεταξύ της αναγκαστικής εργασίας μετά τη σύνταξη και του πολιτικού αφηγήματος ότι «οι μετανάστες θα πληρώσουν τις συντάξεις μας». Η παρατήρηση είναι κατατοπιστική. Πώς μπορεί να υπάρχει οποιαδήποτε αξιοπιστία σε ένα τέτοιο αφήγημα, όταν το ίδιο το κράτος αναγκάζει τους δικούς του συνταξιούχους να ψάχνουν για δουλειά για να συμπληρώσουν ένα εισόδημα που το ίδιο το κράτος κατέστρεψε;

Η εικόνα του συνταξιούχου που επιστρέφει στην αγορά εργασίας δεν είναι σύμβολο δυναμισμού, αλλά μνημείο μιας συλλογικής αποτυχίας. Αποκαλύπτει την πλήρη αδυναμία του συστήματος να παρέχει αξιοπρέπεια σε αυτούς που έχουν συνεισφέρει σε αυτό για μια ολόκληρη ζωή.

Η έκκληση προς τον Πρωθυπουργό περνά από τα τεχνικά λάθη και αγγίζει ένα βαθύτερο ηθικό ζήτημα: η πολιτική δεν κρίνεται από μεμονωμένα «έκτακτα» επιδόματα, αλλά από τη συνολική της κατεύθυνση. Μια κυβέρνηση που ταυτόχρονα χορηγεί ένα επίδομα και επιβάλλει αυξανόμενη φορολογία, ή που προωθεί πολιτικές λιτότητας που αποδυναμώνουν το κοινωνικό κράτος, δημιουργεί ένα μηδενικό αποτέλεσμα, αν όχι αρνητικό.

Η πολιτική των «διαχωρισμών και των κοινωνικών διαιρέσεων» που καταγγέλλει η Ένωση είναι ακριβώς αυτό: η δημιουργία κατηγοριοποιήσεων μεταξύ των πολιτών, η σύγκριση της ανάγκης των διαφόρων ευάλωτων ομάδων και η απόπειρα απόσπασης προσοχής από τη συστημική αποτυχία.

Το αίτημα, λοιπόν, δεν είναι απλώς για 250 ευρώ. Είναι για δικαιοσύνη. Είναι η απαίτηση για μια πολιτική που βλέπει τον πολίτη ως ένα ολόκληρο ανθρώπινο ον με ανάγκες, και όχι ως ένα σύνολο ψηφοδελτίων και στατιστικών στοιχείων. Είναι η υπενθύμιση ότι η πραγματική αλληλεγγύη δεν κάνει διακρίσεις. Και ότι κανένας δεν πρέπει να αναγκάζεται να αποδείξει ότι είναι αρκετά φτωχός, αρκετά μεγάλος ή αρκετά απελπισμένος για να αξίζει ένα ελάχιστο δικαίωμα στην αξιοπρέπεια.

Κύλιση στην κορυφή